Posted by Apricot | Posted in Apricot , heavy mentality | Posted on 8:15 π.μ.
«Αγαπημένε μου Θήτα,
Τ' όπλο που σ'ορκίζομαι πως δεν έχω, έπαψα να το προορίζω για μένα όταν σκέφτηκα πως κανένας δεν είναι άξιος να ξεπλύνει το αίμα μου από τους τοίχους. Έτσι κι αλλιώς, οι τοίχοι έχουν ήδη ποτίσει στεναγμούς παιδιάστικους που η απεχθής τους μεμψιμοιρία απειλεί να επισκιάσει ακόμα και το τρέμουλο του ανθρώπου λίγα τετράγωνα παρακάτω, που έχει μουλιάσει από τη ρετσίνα και το κρύο. Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν μού θύμισε ο Θεός όταν μου μίλησε μέσα από μία ρωγμή στη μπογιά και τότε πετάχτηκα χαρούμενη να αδράξω τη μέρα γιατί είχα καταλάβει: όταν αγαπάς τον εαυτό σου τότε αγαπάς και τα ψήγματα του εαυτού σου στους άλλους κι έτσι είναι πολύ πιο εύκολο να τους ανεχτείς. Περί ανοχής -ούτε καν αποδοχής- πρόκειται ουσιαστικά, γι' αυτό μη νοιώθεις ευλογημένος όταν σου ψιθυρίζω αυτή τη φράση. Είναι φορές που τα πόδια μου λυγίζουν και εθελοτυφλώ και θέλω να μου επιβεβαιώσεις κι εσύ πως κι αύριο θα είσαι στο πλάι μου και αναψοκοκκινισμένοι πιάνουμε να προσποιούμαστε ότι είμαστε άτρωτοι και ότι βουλόμεθα ελεύθερα. Άλλοτε μου λες λέξεις που θα μπορούσα να είχα πει και εγώ. Είτε τις επαναλαμβάνεις επειδή εχθές τις άκουσες από μένα και σου άρεσε το ηχόχρωμά τους είτε ταξινομείς τις σκέψεις μου σε υπερσύνολα τα οποία ήταν θέμα χρόνου να σκιαγραφήσω από μόνη μου. Και τότε αναρριγώ και παρασύρομαι και νομίζω πως σ' αγαπώ. Όπως κι όταν απομυζώ τη ζωτική σου ενεργεια ξερνώντας πάνω σου πλεονάσματα αρνητισμού χωρίς να με νοιάζει που σ' αφήνω με μία χωμάτινη γεύση στο στόμα, αφού τουλάχιστον σου δίνω ένα νόημα κάνοντάς σε να νοιώθεις καλύτερος άνθρωπος που μ' άκουσες. Όταν απαντάω στα γράμματά σου χρησιμοποιώ καρμπόν και βαστάω ένα αντίγραφο και περισσότερο διαβάζω αυτά που σου στέλνω εγώ παρά αυτά που μου στέλνεις εσύ. Κι η τέχνη με γοητεύει γιατί είναι σαν κηλίδες μελάνης στις οποίες καλούμαι να προσδώσω πνοή και νόημα προβάλλοντας τον εαυτό μου. Πότε πότε σηκώνω το κεφάλι και κοιτάζω έξω χωρίς να στυλώνω το βλέμμα μου κάπου συγκεκριμένα και ξαφνικά νομίζω πως περιβάλλομαι από κάτοπτρα, χιλιάδες, μπορεί και δεκάδες χιλιάδες κάτοπτρα, όπου κι αν κοιτάξω. Πανικόβλητη ψάχνω για Εκείνον κι όταν κάποτε τον βρίσκω έχει το δείκτη Του μπροστά από τα χείλη Του σαν να μου λέει σώπασε, σώπασε για να δεις τον Κόσμο. Σύντομα επανέρχομαι γιατί με αποσπάει ο θόρυβος, είναι αφόρητος ο θόρυβος, ο κόσμος ολάκερος αντηχεί εκκωφαντικούς παράλληλους μονολόγους και τότε θυμάμαι πως σ'αγαπώ. Σ' αγαπώ γι'αυτό που είμαι και το υπόλοιπο το δικό σου δεν είναι παρά μία δυσαρμονία που όποτε έρχεται στο προσκήνιο θα πάρεις ύφος απολογητικό κι εγώ θα σε κοιτάξω με συγκατάβαση ενώ από μέσα μου θα τρίζω τα δόντια και θα οικτίρω τον εαυτό μου για την αιώνια μοναξιά στην οποία έχω περιπέσει. Γι' αυτό, καλέ μου, μη με πιστεύεις όταν σου λέω πως σε αποδέχομαι όπως είσαι, τουλάχιστον όχι μέχρι να πείσω εγώ τον εαυτό μου. Μπορεί να σε ξεγελάω όταν σε αγγίζω με τις άκρες των δαχτύλων μου και με νοιώθεις που σε νοιώθω να ανατριχιάζεις μα όλα είναι μέρος ενός παιχνιδιού υποβολής και αυθυποβολής που ανακάλυψα πάνω στην απόγνωσή μου όταν μία φορά ονειρεύτηκα πως είχα παραλύσει. Το όπλο προορίζεται για σένα όταν πάψεις να είσαι όπως σε θέλω και όταν ο χρόνος διαβρώσει το δικό μας και μόνο δικό μας θολωτό τάφο.»


















